Μια καταπληκτική φωτογραφία του Δημήτρη Τσωνου από την εκδήλωση μνήμης για τα θύματα του μπλόκου της Καλαμαριάς - 13 Αυγούστου 1944.

 

 

 

ekdilosibloko

 

Πληροφορίες για το γνώριμο σε όλους τους Καλαμαριώτες έργο του σπουδαίου γλύπτη Κυριάκου Καμπαδάκη που κοσμεί την πλατεία Σκρα, διαβάζουμε στο βιβλίο "Ματιές με Αγάπη στην Καλαμαριά" του Ιορδάνη Καρακασίδη, έκδοση του 1988:

 

Ηρώο πεσόντων. Βρίσκεται στην πλατεία Σκρα Αρετσούς.

Στήθηκε το 1981 και η αποκάλυψή του έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1981. Φιλοτεχνήθηκε από το Θεσσαλονικιό καλλιτέχνη (γλύπτη) Κυριάκο Καμπαδάκη, που πήρε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο "Κραυγή". Είναι πραγματική κραυγή κατά του πολέμου με την παράσταση που απεικονίζει, παραμορφωμένη από φωτιά, βόμβες, πόλεμο, ανθρώπινη μορφή. Μας λέει ο καλλιτέχνης: "Με τον τονισμό της ολοκληρωτικής πτώσης που εκφράζεται με την επιβολή του οριζόντιου στη σύνθεση, προσπαθεί να μορφοποιήσει ένα αντιπολεμικό συναίσθημα: αφού ο πόλεμος έχει τέτοιες συνέπειες για τον άνθρωπο, πρέπει να αποφεύγεται".

 

IMG 20191002 134941

 

 

«Καλαμαριά»


Μαύρη κατάρα το ξερίζωμα
Απ’ της πατρίδας τις φωλιές.
Της προσφυγιάς ο δρόμος τραγικός
Κι’ αβάσταγος καημός και θρήνος.
Κυνηγημένο ανθρώπινο κοπάδι
Οι πρόσφυγες,
Σπαθιού μαχαίρας και ρομφαίας πομεινάρι,
Σε σε κονέψαμε,
Φτωχή Καλαμαριά.
Σίφουνας βούιζε ο καημός,
Καυτή βροχή το πονεμένο δάκρυ.
Στους ξύλινους θαλάμους, στα τσαντίρια σου,
Στη συρματόφραχτη φριχτή σου καραντίνα,
Όσες ψυχές απ’ την πατρίδα απόζησαν,
Στοιβάχτηκαν του χάρου βρώση,
Κι έπεσε εκείνος άγριος
Ν’ αποτελειώσει της σφαγής τ’ ανείπωτο το δράμα.
‒ Ω τι φριχτός κι’ εκείνος ο χαμός! ‒
Ατέλειωτες οδέψανε στο «Λόφο του Ασυρμάτου»
Και ξεκληρίστηκαν γενιές.
Κλείσανε σπίτια,
Χάθηκαν νιάτα.
Όσοι απομείναν, ράκη τραγικά,
Άλλοι τους δρόμους πήρανε για της Μακεδονίας τις πλαγιές
Να συνεχίσουνε το δράμα τους,
Στήνοντας κει φωλιές αγροτικές,
Στ’ αλέτρι αμάθητοι,
Στο μόχτο ακούραστοι,
Στη θέρμη βουτηγμένοι,
Κι όσοι σε σένα μείναμε,
Φτωχή Καλαμαριά,
Μέσα στην κρύα λάσπη σου,
Μες στους βαρείς χειμώνες,
Στο χιόνι, στο Βαρδάρη, στη βροχή,
Καθημερινά για το Ντεπώ οδεύαμε,
Γυμνοί, φτωχοί και καταφρονεμένοι,
Δίχως ψωμί, χωρίς φωτιά,
Την πόρεψη να βρούμε της ζωής.
Κι’ αδράξαμε τη μοίρα θαρρετά,
Με τον ιδρώτα, τη δουλειά, τη μόρφωση,
Να στήσουμε της νιας ζωής ολάνθιστο το δέντρο.
Ήταν σκληρό τ’ ανήφορου τ’ ανέβασμα.
Ήταν πικρά τα χρόνια.
Όμως
Ήρθε καιρός ανθοφοράς κι’ ήρθε καιρός καρπίσιος.
Στα φτωχικά σπιτάκια σου,
Στις μορφογειτονιές σου,
Τούφες πυκνοπετάγονται ανθοί και δέντρα τώρα,
Που τις χαϊδεύει τρυφερά της θάλασσας τ’ αγέρι.
Στα σπλάχνα σου, σαν ρόδι, σκάει η ζωή,
Κι ο αγέρας σου χαρά μηνάει,
Κι η προκοπή σου ανθός μοσκοβολά.
Της προσφυγιάς πικρή γωνιά,
Μιας νιας ζωής ολάνθιστο εγίνηκες περβόλι,
Και σ’ αγαπούμε μες στον πόνο μας,
Και σε πονούμε στην ανάμνησή μας,
Φτωχή Καλαμαριά.

Λιανίδης Σίμος, «Καλαμαριά» στο Λιανίδης Σίμος, Ποιήματα, Αθήνα 1997, σελ. 44-46.

 

Διαβάστε για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Καλαμαριώτη δάσκαλου Σίμου Λιανίδη στο Pontos-news

 

Σήμερα συμπληρώνονται 75 χρόνια από το «Μπλόκο της Καλαμαριάς».

Στις 13 Αυγούστου 1944, ημέρα Κυριακή, ένοπλοι άνδρες των Ταγμάτων του Δάγκουλα και του Βήχου που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς κατακτητές, εκτέλεσαν 11 Καλαμαριώτες ως "υπόπτους για αντιστασιακή δράση".

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΒΕΝΙΑΝΑΚΗ "ΔΑΓΚΟΥΛΑΣ, Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", (Εκδόσεις Επίκεντρο, 2016):

1Α

"...Από τα πρώτα σπίτια που διενεργήθηκαν έρευνες για όπλα, αφαιρέθηκαν κουβέρτες και στρατιωτικά είδη, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο δημοτικό σχολείο. Πρόσφυγας από το Κουρί Μικράς Ασίας ήταν και ο Βασίλης Ζαμπέτογλου, ο οποίος εργαζόταν από μικρή ηλικία στα ψαροκάικα και είχε εγκατασταθεί στην Κρήτη το 1918 λόγω της δουλειάς του. Αργότερα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, διέμενε στο Λαύριο και έπειτα στην Καλαμαριά, στο συνοικισμό Κουρί.
Εκεί άνοιξε καφενείο κοντά στη θάλασσα. Την ημέρα του μπλόκου, μια ομάδα ταγματασφαλιτών εισήλθε απρόσκλητη στο καφενείο ενόσω άλλα τμήματα πραγματοποιούσαν συλλήψεις και εκτελέσεις. Μια άλλη ομάδα ταγματασφαλιτών με επικεφαλής τον Παππά τον συνέλαβε στο σπίτι του και μια ώρα αργότερα τον εκτέλεσε. Δεν παρέλειψαν φυσικά να σκυλέψουν το πτώμα του. Ενώ η σύζυγός του ακόμα τον μοιρολογούσε, ο Φώτης Σεϊτανίδης προέτρεψε τους συντρόφους του: "τι τους κοιτάτε; Σκοτώστε τους."
Εν τω μεταξύ, ο Σταύρος Ζαμπέτογλου, όταν πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Βασίλη Ζαμπέτογλου, έκανε τραπέζι στους ταγματασφαλίτες για να τους καλοπιάσει και να πετύχει την απελευθέρωσή του. Στο σακίδιο ενός ταγματασφαλίτη αναγνώρισε τα παπούτσια του και κατάλαβε ότι είχε δολοφονηθεί. Εξοργισμένος καταφέρθηκε κατά των Δαγκουλαίων, ένας από τους οποίους επιχείρησε να ρίξει χειροβομβίδα μέσα στο σπίτι, αλλά αφοπλίστηκε από τον παρευρισκόμενο Παναγιώτη Τσάκο..."

 

 

Sfragida dagoula

Η σφραγίδα του Τάγματος του Δάγκουλα

 

TA RODA TA TRIANTAFYLLA POSTER

Φέτος, στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στο 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Ιεράπετρας προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ για το Μπλόκο της Καλαμαριάς "Τα Ρόδα, τα Τριαντάφυλλα" σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Αγραφιώτη και έρευνα του Βασίλη Καραμπάση, στο οποίο δίνουν μαρτυρίες επιζώντες του Μπλόκου.

https://www.filmfestival.gr/el/movie-tdf/movie/12045

 

του Αλέξανδρου Ανδρεάδη

Αυτές τις δύσκολες μέρες χωρίς νερό θυμήθηκα και αναρωτήθηκα, πως αντιμετώπιζαν αυτήν την κατάσταση για χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες, οι πρόγονοί μου ως πρόσφυγες, όταν ήρθαν στην Καλαμαριά.
Παραθέτω τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου "Καλαμαριά μου αξέχαστη", όχι ως συγχωροχάρτι για τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης, αλλά ως φόρο τιμής στους παλιούς Καλαμαριώτες και ιδιαίτερα στις παλιές Καλαμαριώτισσες:

"... Νερό η Καλαμαριά δεν είχε. Κάθε σπίτι είχε μερικές στάμνες, κουκούμια και κουβάδες. Καθιερωμένο και ένα βαρέλι για κάθε σπίτι, μέσα στο οποίο μάζευαν το βροχόνερο. Το βροχόνερο ήταν για τις πλύσεις των ρούχων. Το άλλο ήταν για να πιούμε και να πλυθούμε. Τι μεγάλη διαδικασία οι πλύσεις; Σταχτόνερα, λουλάκια και καζάνια να βράζουν. Το νερό αυτό φρόντιζαν και το έφερναν στο σπίτι οι μανάδες από αποστάσεις.
Το κράτος έβαλε σε κάθε γειτονιά και μια δημόσια βρύση απ' όπου καθορισμένες ώρες έπαιρναν νερό τα νοικοκυριά. Στο γέμισμα κρατούσαν σειρά, για να προλάβουν όλοι. Πολύ συχνά όμως οι βρύσες δεν έτρεχαν. Τότε άρχιζε η αγωνία. Στο τάδε μέρος η βρύση τρέχει. Έτρεχαν όλες οι γυναίκες προς τα εκεί. Αλλά προτεραιότητα είχαν τα νοικοκυριά εκείνης της γειτονιάς. Τότε άρχιζαν και καυγάδες ανάμεσα στις πιο ζωηρές γυναίκες. Η τελευταία λύση, να πάνε στο Πάτ Πάτ. Εκεί υπήρχε μια μηχανή που τραβούσε νερό και πάντα υπήρχε. Αυτό το Πάτ Πάτ βρίσκεται περίπου στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Ιωάννης.
Πόσες φορές πήγε η άμοιρη μάνα μου στο Πάτ Πάτ για νερό και πόσες φορές την συνόδευα για να την βοηθήσω. Και ένα σκεύος επιπλέον νερό ήταν κέρδος...
... Άλλοι, από άλλη γειτονιά, δεν είχαν λόγο στη δική μας βρύση. Με πόση όμως τάξη και δικαιοσύνη κρατούσαμε τις σειρές μας και φροντίζαμε, στον χρόνο παροχής νερού, να πάρουν όλοι εξ ίσου. Τέτοια άσκηση στο πνεύμα της ισότητας, δεν έχω ξαναζήσει στην ζωή μου. Και όμως άφησε γερά τις ρίζες στην ψυχή του καθένα μας και στην έκφραση αλληλεγγύης, μεταξύ μας.
Η δική μας βρύση ήταν ακριβώς δίπλα στο δρόμο της σημερινής οδού Κομνηνών. Μάλιστα δεν ήταν απλώς μία βρύση με ένα προεξέχοντα σωλήνα παροχής, αλλά ήταν κτισμένη. Την έκτισε ο Χρήστος Τριπολίτης...
... Ταυτόχρονα με την δική μου γέννηση, είχε γεννήσει και η γυναίκα του, η Ελένη. Αλλά πάνω στην γέννα, η Ελένη πέθανε...
... Απαρηγόρητος ο Τριπολίτης για τον χαμό της αγαπημένης του Ελένης, έκτισε στην μνήμη της, την βρύση. Αστείο πράγμα τώρα. Μεγάλη υπόθεση τότε. Με κανένα τσουβάλι τσιμέντο, έγινε η λεκάνη της βρύσης και ο κορμός της εντειχίσθηκε με μια τσιμεντένια πλάτη. Στην πρόσοψη και πάνω από το μουσλούκι υπήρχαν τα γράμματα Ε.Χ.Τ. (Ελένη Χρήστου Τριπολίτου)...
... Αυτή η βρύση υπήρχε μέχρι την δεκαετία του 60, όπως υπήρχαν και οι περισσότερες από τις βρύσες της Καλαμαριάς. Μετά άρχισαν να εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη..."
-
Στη φωτογραφία η γιαγιά μου η Τόμνη (Δόμνα) Ανδρεάδου στην βρύση του Τριπολίτη

 

 

Ένα επεισόδιο με τους ψαράδες της Νέας Κρήνης, χαρακτηριστικό του αυθορμητισμού και της φιλοτιμίας τους, μας μεταφέρει ο γνωστός θεσσαλονικιός λογοτέχνης Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο παρακάτω απόσπασμα από το διήγημά του “Μύδια στο Ανθοδοχείο”.

 

[Εικόνα: Κώστας Λούστας, Αρετσού, 1982, λάδι σε καμβά]

 

ΜΥΔΙΑ ΣΤΟ ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ

  Θα 'ταν γύρω στους έξι εφτά, από τριάντα έως εξήντα χρονών, ψαράδες, αξύριστοι και βρώμικοι. Κάθονταν σε γκαζοτενεκέδες και ψήνανε μύδια πάνω σε ένα λαμαρινένιο ταβά, έχοντας από κάτω ένα γαλάζιο διαβολάκι με υγραέριο. Τα 'παιρναν ύστερα όπως ήταν αχνιστά, τ'άσταζαν λεμόνι και τα έτρωγαν ολόκληρα, πίνοντας ούζο από μικρά εικοσιπενταράκια, γελώντας τρανταχτά, κάνοντας αστεία, σκουντώντας ο ένας τον άλλον.
   Πιο κάτω, στα εκατό μέτρα, λαμπύριζε η θάλασσα με τις τραβηγμένες βάρκες, τα πλαστικά απορρίμματα, τα ψαροπούλια. Κι από εδώ έκανε κούρμπα ο δημόσιος δρόμος της Νέας Κρήνης όπου έμενα, σε μια καινούργια πολυκατοικία, κι όπου μόλις είχα φτάσει με το αυτοκίνητο, καταμεσήμερο και ντάλα μεσημέρι, να παρκάρω στο συνηθισμένο σημείο.
   Αλλά οι ψαράδες που τα πίναν είχαν παρατήσει στο μέρος που παρκάριζα τέσσερα σαραβαλιασμένα τρίκυκλα φορτωμένα ψαροκασέλες, σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο, τόση όμως που, ούτε ενδιάμεσα να χωράει αυτοκίνητο, ούτε και να μένει χώρος άλλος για πάρκινγκ. Αν μετακινούσαν τα δύο τρίκυκλα πιο κοντά θα μπορούσα κι εγώ άνετα να ρεμιζάρω. Αλλιώς θα 'πρεπε να προχωρήσω γύρω στα πεντακόσια μέτρα για να βρω άλλον χώρο και να γυρίσω με τα πόδια, πράγμα που δεν το ήθελα γιατί ήμουνα κουρασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα κι ο ήλιος βάραγε άσχημα.
   Είχα βγει από το αυτοκίνητο και τους παρατηρούσα με μισόκλειστα μάτια από το πολύ φως, τους κοίταγα με φθόνο, που γλεντοκοπούσαν. Σε μια καμπή του κεφιού, κάποια στιγμή που ησύχασαν λίγο, στηλώνομαι και τους φωνάζω από τα δέκα μέτρα:
- Ρε παιδιά, δεν τραβάτε λίγο τα τρίκυκλα να παρκάρουμε κι εμείς;
   Σιωπή απειλητική έπεσε στην παρέα, οι ψαράδες σταμάτησαν κάθε κίνηση, βαλσαμώθηκαν για μια στιγμή κι ύστερα ένας, ο πιο γεροδεμένος, δύο μέτρα ύψος, ξεδιπλώνεται όρθιος, μεγαλοπρεπής, και μου φωνάζει προκλητικά:
- Άντε ρε μαλάκα που θες και να παρκάρεις. Τράβα παραπάνω στην ανοιχτωσιά να βάλεις το ρημάδι σου.
   Οι άλλοι γέλασαν, κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους, ενώ εγώ, μετά το πρώτο κύμα οργής που το 'νιωσα να ξεσπάει ως κάτω στα πόδια μου, προσπάθησα να κρατηθώ ψύχραιμος. Δεν μπορούσα να τα βάλω μ' αυτόν τον μαγκλαρά, και ύστερα ήταν και οι άλλοι που θα με λιάνιζαν. Γυρίζω και του λέω με σταθερή φωνή:
- Καλά ρε φίλε, αντί να μου πεις να έρθω να κεράσετε ένα ούζο, με βρίζεις κι από πάνω;
   Ο μαγκλαράς έμεινε μετέωρος, άφωνος, να ταλαντεύεται όρθιος στον ήλιο, σαν κύκλωπας που του κάρφωσαν ξαφνικά το παλούκι στο μοναδικό του μάτι. Οι άλλοι κατάλαβαν το νόημα και τον αρπάζουν από πίσω, τον καθίζουν κάτω διά της βίας και μου φωνάζουν:
- Έλα, ρε λεβέντη, έλα να φας ένα μύδι μαζί μας.
   Στέκομαι λίγο, κι ύστερα τους πλησιάζω περήφανος, με βήμα και ύφος λίγο βαρύ. Για πότε πετάγονται δύο και τραβούν τα τρίκυκλα, για πότε ένας τρίτος παίρνει το αυτοκίνητό μου και το παρκάρει, για πότε με καθίζουν σε έναν ανάποδο γκαζοτενεκέ και βρίσκομαι με ένα μύδι στο χέρι και μ΄ένα εικοσιπενταράκι στο άλλο, δεν το κατάλαβα.
   Σε λίγο γυρίζουν κι άλλοι τρεις από τα παρκαρίσματα, ξαναμμένοι από την προσπάθεια, γυρτοί από το ούζο και τον ήλιο, και κάθονται. [...]

 

Από το βιβλίο: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό, Εκδόσεις Ιανός, 1989.

 

"Η δική μας παράγκα ήταν η καλύτερη στην Καλαμαριά. Ήταν, σαν να λέμε, παράγκα πολυτελείας. Στέγαζε προηγούμενα τα γραφεία της Πρόνοιας και ήταν η μοναδική παράγκα στην Καλαμαριά που είχε κεραμίδια. Όλες οι άλλες είχαν λαμαρίνες σκουριασμένες και στερεωμένες με πέτρες, για να μη τις ξεκολλήσει και τις πάρει ο Βαρδάρης.

Όποιος έμπαινε στην παράγκα μας, υποχρεωτικά έπρεπε, από σεβασμό, να κάμει υπόκλιση. Όποιος ξεχνούσε να κάμει υπόκλιση τιμωριώταν αμέσως και επι τόπου. Το ταβάνι εισόδου είχε 1,60 μέτρα ύψος από το έδαφος και στηριζόταν σε ένα χοντρό δοκάρι. Όποιος λοιπόν δεν έσκυβε, το δοκάρι καραδοκούσε. Κτυπούσε εκεί στο κεφάλι και ο πόνος ήταν αρκετός. Δυο φορές ήρθαν κάποιοι φορτσάτοι. Αυτοί έκατσαν κάτω και τους φέραμε νερό να πιουν, για να συνέλθουν.

Μπροστά έμενε η οικογένεια του Στεφανίδη του Κτενά, με την γυναίκα του, την Ψυλλάβα την Ελένη. Ήσαν κτενάδες από τον Πόντο και την τέχνη αυτή συνέχιζαν στην Καλαμαριά. Έπαιρναν κέρατα αγελάδας και με μια σειρά εργασιών, με πρωτόγονα εργαλεία, τα μετέτρεπαν σε καλλιτεχνικότατα κτένια. Ήταν απόλαυση να παρακολουθεί κανείς τη σειρά των εργασιών τους.

Με την απελευθέρωση, μόλις εμφανίστηκαν οι γιαπωνέζικες τσατσάρες, έσβησε και το επάγγελμά τους."

Από το βιβλίο, «Καλαμαριά μου αξέχαστη» του Γεώργιου Ανδρεάδη, εκδόσεις Κυριακίδη, 1994.

Our website is protected by DMC Firewall!