Πάνος Θεοδωρίδης: Ο Ντεραίν στην Αρετσού

[Από τη συλλογή του 2011 "Ύμνοι εναντίον γυναικών", Εκδόσεις Ιανός]

Ο Αντρέ Ντεραίν, ζωγράφος ποικιλιών, από το θαύμα του φοβισμού στη δειλία της φωτογραφικής αναπαραγωγής, πέθανε το 1954, πλην το πνεύμα του, ο ζωικός του τόνος, η ύπαρξη του περιγράμματός του δε χάθηκαν.

Κάτι έγινε σε μια συστάδα βατσινιές και όποιος δοκίμαζε τα βατόμουρα, πρώτα ιχνηλατημένα από τις μικρές ανάερες αράχνες που χωρούσαν άνετα σε μια φούσκα καφέ, έπαιρνε από την πόλη Φεζ έως την Πικαρδία, και ανατολικώς έως το Χάρκοβο, κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας που έπαιζε το μοντέλο του και στην ουσία ήταν υποκείμενο των σκέψεών του, που παρέμειναν αναιτίως αθάνατες.

Ο Αντρέ Ντεραίν δεν ήτο το παιδί ενός Σατανά "διότι", μήτε τον καλύπταν αιώνιες νεφώσεις από τα ξέφτια του πλακούντος της γέννας του. Στη ζοφερή δεκαετία του πενήντα, που ήταν, ωστόσο, παράδεισος πολλών, όπως του Πορφύριο Ρουμπιρόζα και μερικών τάχα ρεμπέτηδων εν Ελλάδι, ήταν σύνηθες να σκαρτεύουν οι δυναμικές εικόνες της τέχνης, επειδή κυκλοφορούσε στον κόσμο πολύ τοξικό υλικό.

Ο υπαρξισμός, λόγου χάρη, και ο Σίμος ο υπαρξιστής, και άλλα κινηματογραφικά βελτιωτικά της εικόνας, που κόντευε να αποτυπωθεί σε μια ευρέως κυλινδρική επιφάνεια. Σινεράμα και σύστημα Todd-ao, εάν εννοείτε τι εννοώ.

Ως αποτέλεσμα εκείνου του αωρί θανάτου, η οικογένειά μας ταξίδεψε από τα Γιαννιτσά στην Αρετσού, ίνα παραθερίσει τον Ιούλιο του 1956. Η Αρετσού ήταν προάστιο θαλασσινό της Σαλονίκης, οικισμός προσφύγων ανατολικά από το μέγα οικόπεδο όπου χτιζόταν το παλατάκι. Καθώς ο τόπος είναι ξυσμένος σήμερα και ευθειασμένος, καταλαβαίνετε τι θερμαία αρχαιότης και δη προϊστορική έως κλασική την πήρε ο διάολος, όχι με τη μορφή του ΕΣΠΑ, αλλά υπό την θείαν κατοχήν της παχυλής αγνοίας.

Ήταν ένας δρόμος κατηφορικός η Αρετσού, δε θυμάμαι εάν ήταν ασφαλτοστρωμένος τότε, με τα σπίτια των προσφύγων σε τσέκερ, ισότιμα και σε καρέ οδοστασία. Εμείς νοικιάσαμε στο δεύτερο παράλληλο της θαλάσσης δρόμο και κατεβαίναμε στη θάλασσα από ένα απότομο μονοπάτι χαραγμένο και με χωμάτινες κλίμακες στο παγερό αλατερό χώμα και κάτω στην παραλία είχε κεντράκια παραπηγμάτων και ξύλινα κιόσκια τετραγωνικής κάτοψης παρά θίν' αλός με διαγώνια στολίσματα.

Καθήμεθα στα κεντράκια, όπου και τρώγαμε το μεσημέρι, ενίοτε ίσαμε τρεις φορές την εβδομάδα. Κατά το πάγιο έθος, συχνά κατέβαινε από το σπίτι και σεφερτασί με κανονικό φαγητό. Από το κέντρο παραγγέλναμε πατάτες και ντοματοσαλάτα και τέσσερα πιρούνια. Τα ρούχα τα αφήναμε στις καρέκλες. Η παραλία, γνωστή του Θερμαϊκού, γεμάτη σμικρό τρίμμα από μυδάκι και άλλα όστρακα, μοσχοβόλαε φρέσκια φυκιάδα.

Επειδή οι θερμαϊκές παραλίες έβλεπαν προς τη Δύση, έμοιαζαν μεταξύ τους η Μηχανιώνα, το Αγγελοχώρι, αλλά και η Περαία, το Μπαξέ, η Αγια-Τριάδα, η Αρετσού, η Καλαμίτσα και το Καλαμάκι. Και ο Ντεραίν, μακαρίτης πλέον, δεν είχε πρόβλημα να τις εντυπώσει εν τη διανοία ημών.

Ήμουν ετών οκτώ και ο αδερφός μου μηνών δεκαπέντε. Ελούετο γδυμνός, εφόρει μια μεγάλη ξανθιά μπούκλα και έλεγεν, προς τέρψιν της οικογενείας, το άρρητον «πήε πήε Αετσού», ήτοι «μετέβημεν εις Αρετσούν». Το προσφυγικό σπίτι είχε δύο δωμάτια και κουζίνα στο βάθος και νοικιάζαμε την δεξιάν κάμαρην δεξιάν της εισόδου. Ήταν κρεβατοκάμαρα του ζεύγους. Τρώγαμε στην κουζίνα, που είχε και διάφορα γεωργικά προϊόντα συγκεντρωμένα.

Μια μέρα ήρθαν δυο κορίτσια που ξέραμε να κάνουν μπάνιο με τις οικογένειές των και ήμουνα έξω μεταξύ αυλής και δρόμου και εκείνα ήτονε ετών δώδεκα το πολύ και μπήκαν στην κάμαρη να φορέσουν το μαγιό και τις είδα αμφότερες να σκύβουν γυμνές ενώπιον της ήβης των, σκοτεινά εκ του ολίγου φωτός και της κόντρας μηρού, μυτερά ελάχιστα τιτθία, ευλύγιστος σάρκα θαμπή ημισκότεινη και αυτές να βάζουν τα μπατζάκια στο μάλλινο μαγιό των. Ήτο πλεχτό και μάλλινο. Δεν υπήρχε άλλο μαγιό από Θεσσαλονίκης έως την Πικαρδίαν. Είχα ιδεί γυμνά κορίτσια πρώτη φορά στη ζωή μου και τελευταία, όπως απεδείχθη. Δεν ήτο απλώς ηδονή αλλά κατάληψις υπο Ναζήδων της ύπαρξής μου.

Τις Κυριακές, και όταν είχαμε ξένους, δε φτούραγε το μαγαζί και η μάνα μου έκανε ταψί με ψάρια και πατάτες συνήθως – όχι κεφτέδες, επειδή τους τρώγανε στο φούρνο άγνωστοι λαμκιόρηδες.

Ώσπου η νοικοκυρά φιλοτιμήθηκε και της είπε να βάζει ταψί στο φούρνο της κουζίνας – ήταν ένας φούρνος για ψωμί και είχε πολλές κλιματσίδες, πράγμα που παρέτεινε πέντε μέρες τις διακοπές μας, διότι περίσσευαν λεφτά. Έβαλε, λοιπόν, η μάνα μου κεφαλόπουλα στο φούρνο και έμεινε στο δωμάτιο διότι ήτο αδιάθετος, ενώ εμείς κατεβήκαμε στη θάλασσα.

Επιστρέψαμε μεσημέρι και η μάνα έστρωσε τραπέζι. Η κουζίνα μύριζε κάπως όπως και το φαγητό, αλλά δεν υπάρχε άλλο εξόν ψωμί και τα φάγαμε χωρίς πολλά πολλά. Ο πατέρας μου πρόσεξε ότι τα κεφαλόπουλα που μπήκαν στο φούρνο με κεφάλια τώρα δεν είχαν και η μάνα μου άρχισε να χαμογελά, αποβάλλοντας το προσωπείο της αγωνίας.

Ξυπνώντας και πάνω στον γκαϊφέ του απομεσήμερου εξομολογήθηκε στον άνδρα της, που ήξερε μόνον από ψάρια Βαϊκάλης, την αμαρτία της. Ήτο πολύ πρωί και ο φούρνος άγνωστος και περιμένοντας να κάψει έκαμε λάθος στο μπουκάλι και αντίς λάδι έριξε στο φαγί πετρέλαιο. Φωτιστικό. Κι όταν βρόμισε ο τόπος, το κατάλαβε, κι ενώ εμείς μπανιαριζόμασταν, με τον αδρεφό μου να λέγει «πήε πήε Αετσού» κι εμένα να σκέφομαι τη γύμνια των κοριτσιών και να πρήζονται τα σκώτια μου από τον πόθο (διότι δεν εγνώριζα ως οκταετής τι άλλο πρήζεται), η μάνα μου έβγαλε τα μισοψημένα, αφαίρεσε δέρμα, κεφαλές και πτερύγια, έριξε στα εδώδιμα ένα ξεγυρισμένο πλύσιμο, άλλαζε και τα νερά, άλλαξε πατάτες και μαϊντανά και σκορδάκι και κρόμμυα, καθάρισε τελείως το ταψί και τα ξανάβαλε όλα, σαπουνισμένα, στο φούρνο.

Αλλά ήταν 1956 και οι νεκροί μας απέθαντοι, ιδίως ο Αντρέ Ντεραίν που είχε ιδεί πολλά γυμνά μοντέλα και δεν ξεψύχαγε με τίποτε. Το ταψί κράτησε μια αποτρόπαιη αλλά όχι πετρελαϊκή μυρωδιά.

Ενδεχομένως, οι σπιτονοικοκύρηδες να απορούσαν επί μήνες αργότερα, πιστεύοντας ότι βρήκαν στην κουζίνα τους πετρέλαιο, αλλά δεν είχαν δει σίγουρα τον «Γίγαντα», τελευταία ταινία του Τζέμις Ντιν, αυτοί έβλεπαν κάνα τούρκικο στην Καλαμαριά, κι έτσι κάθε φορά που πήγαινα έκτοτε στην Αρετσού, τουλάχιστον ίσαμε το 1966 που έγινε και η πλαζ, έβλεπα όλο και πιο αχνό τον Αντρέ Ντεραίν να φλερτάρει γλυκερά τις ηγερίες του, που ήταν όλο και πιο ντυμένες. Αλλά τότε ήξερα.

 

Our website is protected by DMC Firewall!