Σήμερα συμπληρώνονται 75 χρόνια από το «Μπλόκο της Καλαμαριάς».

Στις 13 Αυγούστου 1944, ημέρα Κυριακή, ένοπλοι άνδρες των Ταγμάτων του Δάγκουλα και του Βήχου που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς κατακτητές, εκτέλεσαν 11 Καλαμαριώτες ως "υπόπτους για αντιστασιακή δράση".

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΒΕΝΙΑΝΑΚΗ "ΔΑΓΚΟΥΛΑΣ, Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", (Εκδόσεις Επίκεντρο, 2016):

1Α

"...Από τα πρώτα σπίτια που διενεργήθηκαν έρευνες για όπλα, αφαιρέθηκαν κουβέρτες και στρατιωτικά είδη, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο δημοτικό σχολείο. Πρόσφυγας από το Κουρί Μικράς Ασίας ήταν και ο Βασίλης Ζαμπέτογλου, ο οποίος εργαζόταν από μικρή ηλικία στα ψαροκάικα και είχε εγκατασταθεί στην Κρήτη το 1918 λόγω της δουλειάς του. Αργότερα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, διέμενε στο Λαύριο και έπειτα στην Καλαμαριά, στο συνοικισμό Κουρί.
Εκεί άνοιξε καφενείο κοντά στη θάλασσα. Την ημέρα του μπλόκου, μια ομάδα ταγματασφαλιτών εισήλθε απρόσκλητη στο καφενείο ενόσω άλλα τμήματα πραγματοποιούσαν συλλήψεις και εκτελέσεις. Μια άλλη ομάδα ταγματασφαλιτών με επικεφαλής τον Παππά τον συνέλαβε στο σπίτι του και μια ώρα αργότερα τον εκτέλεσε. Δεν παρέλειψαν φυσικά να σκυλέψουν το πτώμα του. Ενώ η σύζυγός του ακόμα τον μοιρολογούσε, ο Φώτης Σεϊτανίδης προέτρεψε τους συντρόφους του: "τι τους κοιτάτε; Σκοτώστε τους."
Εν τω μεταξύ, ο Σταύρος Ζαμπέτογλου, όταν πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Βασίλη Ζαμπέτογλου, έκανε τραπέζι στους ταγματασφαλίτες για να τους καλοπιάσει και να πετύχει την απελευθέρωσή του. Στο σακίδιο ενός ταγματασφαλίτη αναγνώρισε τα παπούτσια του και κατάλαβε ότι είχε δολοφονηθεί. Εξοργισμένος καταφέρθηκε κατά των Δαγκουλαίων, ένας από τους οποίους επιχείρησε να ρίξει χειροβομβίδα μέσα στο σπίτι, αλλά αφοπλίστηκε από τον παρευρισκόμενο Παναγιώτη Τσάκο..."

 

 

Sfragida dagoula

Η σφραγίδα του Τάγματος του Δάγκουλα

 

TA RODA TA TRIANTAFYLLA POSTER

Φέτος, στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στο 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Ιεράπετρας προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ για το Μπλόκο της Καλαμαριάς "Τα Ρόδα, τα Τριαντάφυλλα" σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Αγραφιώτη και έρευνα του Βασίλη Καραμπάση, στο οποίο δίνουν μαρτυρίες επιζώντες του Μπλόκου.

https://www.filmfestival.gr/el/movie-tdf/movie/12045

 

 

Ένα επεισόδιο με τους ψαράδες της Νέας Κρήνης, χαρακτηριστικό του αυθορμητισμού και της φιλοτιμίας τους, μας μεταφέρει ο γνωστός θεσσαλονικιός λογοτέχνης Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο παρακάτω απόσπασμα από το διήγημά του “Μύδια στο Ανθοδοχείο”.

 

[Εικόνα: Κώστας Λούστας, Αρετσού, 1982, λάδι σε καμβά]

 

ΜΥΔΙΑ ΣΤΟ ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ

  Θα 'ταν γύρω στους έξι εφτά, από τριάντα έως εξήντα χρονών, ψαράδες, αξύριστοι και βρώμικοι. Κάθονταν σε γκαζοτενεκέδες και ψήνανε μύδια πάνω σε ένα λαμαρινένιο ταβά, έχοντας από κάτω ένα γαλάζιο διαβολάκι με υγραέριο. Τα 'παιρναν ύστερα όπως ήταν αχνιστά, τ'άσταζαν λεμόνι και τα έτρωγαν ολόκληρα, πίνοντας ούζο από μικρά εικοσιπενταράκια, γελώντας τρανταχτά, κάνοντας αστεία, σκουντώντας ο ένας τον άλλον.
   Πιο κάτω, στα εκατό μέτρα, λαμπύριζε η θάλασσα με τις τραβηγμένες βάρκες, τα πλαστικά απορρίμματα, τα ψαροπούλια. Κι από εδώ έκανε κούρμπα ο δημόσιος δρόμος της Νέας Κρήνης όπου έμενα, σε μια καινούργια πολυκατοικία, κι όπου μόλις είχα φτάσει με το αυτοκίνητο, καταμεσήμερο και ντάλα μεσημέρι, να παρκάρω στο συνηθισμένο σημείο.
   Αλλά οι ψαράδες που τα πίναν είχαν παρατήσει στο μέρος που παρκάριζα τέσσερα σαραβαλιασμένα τρίκυκλα φορτωμένα ψαροκασέλες, σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο, τόση όμως που, ούτε ενδιάμεσα να χωράει αυτοκίνητο, ούτε και να μένει χώρος άλλος για πάρκινγκ. Αν μετακινούσαν τα δύο τρίκυκλα πιο κοντά θα μπορούσα κι εγώ άνετα να ρεμιζάρω. Αλλιώς θα 'πρεπε να προχωρήσω γύρω στα πεντακόσια μέτρα για να βρω άλλον χώρο και να γυρίσω με τα πόδια, πράγμα που δεν το ήθελα γιατί ήμουνα κουρασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα κι ο ήλιος βάραγε άσχημα.
   Είχα βγει από το αυτοκίνητο και τους παρατηρούσα με μισόκλειστα μάτια από το πολύ φως, τους κοίταγα με φθόνο, που γλεντοκοπούσαν. Σε μια καμπή του κεφιού, κάποια στιγμή που ησύχασαν λίγο, στηλώνομαι και τους φωνάζω από τα δέκα μέτρα:
- Ρε παιδιά, δεν τραβάτε λίγο τα τρίκυκλα να παρκάρουμε κι εμείς;
   Σιωπή απειλητική έπεσε στην παρέα, οι ψαράδες σταμάτησαν κάθε κίνηση, βαλσαμώθηκαν για μια στιγμή κι ύστερα ένας, ο πιο γεροδεμένος, δύο μέτρα ύψος, ξεδιπλώνεται όρθιος, μεγαλοπρεπής, και μου φωνάζει προκλητικά:
- Άντε ρε μαλάκα που θες και να παρκάρεις. Τράβα παραπάνω στην ανοιχτωσιά να βάλεις το ρημάδι σου.
   Οι άλλοι γέλασαν, κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους, ενώ εγώ, μετά το πρώτο κύμα οργής που το 'νιωσα να ξεσπάει ως κάτω στα πόδια μου, προσπάθησα να κρατηθώ ψύχραιμος. Δεν μπορούσα να τα βάλω μ' αυτόν τον μαγκλαρά, και ύστερα ήταν και οι άλλοι που θα με λιάνιζαν. Γυρίζω και του λέω με σταθερή φωνή:
- Καλά ρε φίλε, αντί να μου πεις να έρθω να κεράσετε ένα ούζο, με βρίζεις κι από πάνω;
   Ο μαγκλαράς έμεινε μετέωρος, άφωνος, να ταλαντεύεται όρθιος στον ήλιο, σαν κύκλωπας που του κάρφωσαν ξαφνικά το παλούκι στο μοναδικό του μάτι. Οι άλλοι κατάλαβαν το νόημα και τον αρπάζουν από πίσω, τον καθίζουν κάτω διά της βίας και μου φωνάζουν:
- Έλα, ρε λεβέντη, έλα να φας ένα μύδι μαζί μας.
   Στέκομαι λίγο, κι ύστερα τους πλησιάζω περήφανος, με βήμα και ύφος λίγο βαρύ. Για πότε πετάγονται δύο και τραβούν τα τρίκυκλα, για πότε ένας τρίτος παίρνει το αυτοκίνητό μου και το παρκάρει, για πότε με καθίζουν σε έναν ανάποδο γκαζοτενεκέ και βρίσκομαι με ένα μύδι στο χέρι και μ΄ένα εικοσιπενταράκι στο άλλο, δεν το κατάλαβα.
   Σε λίγο γυρίζουν κι άλλοι τρεις από τα παρκαρίσματα, ξαναμμένοι από την προσπάθεια, γυρτοί από το ούζο και τον ήλιο, και κάθονται. [...]

 

Από το βιβλίο: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό, Εκδόσεις Ιανός, 1989.

 

"Η δική μας παράγκα ήταν η καλύτερη στην Καλαμαριά. Ήταν, σαν να λέμε, παράγκα πολυτελείας. Στέγαζε προηγούμενα τα γραφεία της Πρόνοιας και ήταν η μοναδική παράγκα στην Καλαμαριά που είχε κεραμίδια. Όλες οι άλλες είχαν λαμαρίνες σκουριασμένες και στερεωμένες με πέτρες, για να μη τις ξεκολλήσει και τις πάρει ο Βαρδάρης.

Όποιος έμπαινε στην παράγκα μας, υποχρεωτικά έπρεπε, από σεβασμό, να κάμει υπόκλιση. Όποιος ξεχνούσε να κάμει υπόκλιση τιμωριώταν αμέσως και επι τόπου. Το ταβάνι εισόδου είχε 1,60 μέτρα ύψος από το έδαφος και στηριζόταν σε ένα χοντρό δοκάρι. Όποιος λοιπόν δεν έσκυβε, το δοκάρι καραδοκούσε. Κτυπούσε εκεί στο κεφάλι και ο πόνος ήταν αρκετός. Δυο φορές ήρθαν κάποιοι φορτσάτοι. Αυτοί έκατσαν κάτω και τους φέραμε νερό να πιουν, για να συνέλθουν.

Μπροστά έμενε η οικογένεια του Στεφανίδη του Κτενά, με την γυναίκα του, την Ψυλλάβα την Ελένη. Ήσαν κτενάδες από τον Πόντο και την τέχνη αυτή συνέχιζαν στην Καλαμαριά. Έπαιρναν κέρατα αγελάδας και με μια σειρά εργασιών, με πρωτόγονα εργαλεία, τα μετέτρεπαν σε καλλιτεχνικότατα κτένια. Ήταν απόλαυση να παρακολουθεί κανείς τη σειρά των εργασιών τους.

Με την απελευθέρωση, μόλις εμφανίστηκαν οι γιαπωνέζικες τσατσάρες, έσβησε και το επάγγελμά τους."

Από το βιβλίο, «Καλαμαριά μου αξέχαστη» του Γεώργιου Ανδρεάδη, εκδόσεις Κυριακίδη, 1994.

 

 

«Καλαμαριά»


Μαύρη κατάρα το ξερίζωμα
Απ’ της πατρίδας τις φωλιές.
Της προσφυγιάς ο δρόμος τραγικός
Κι’ αβάσταγος καημός και θρήνος.
Κυνηγημένο ανθρώπινο κοπάδι
Οι πρόσφυγες,
Σπαθιού μαχαίρας και ρομφαίας πομεινάρι,
Σε σε κονέψαμε,
Φτωχή Καλαμαριά.
Σίφουνας βούιζε ο καημός,
Καυτή βροχή το πονεμένο δάκρυ.
Στους ξύλινους θαλάμους, στα τσαντίρια σου,
Στη συρματόφραχτη φριχτή σου καραντίνα,
Όσες ψυχές απ’ την πατρίδα απόζησαν,
Στοιβάχτηκαν του χάρου βρώση,
Κι έπεσε εκείνος άγριος
Ν’ αποτελειώσει της σφαγής τ’ ανείπωτο το δράμα.
‒ Ω τι φριχτός κι’ εκείνος ο χαμός! ‒
Ατέλειωτες οδέψανε στο «Λόφο του Ασυρμάτου»
Και ξεκληρίστηκαν γενιές.
Κλείσανε σπίτια,
Χάθηκαν νιάτα.
Όσοι απομείναν, ράκη τραγικά,
Άλλοι τους δρόμους πήρανε για της Μακεδονίας τις πλαγιές
Να συνεχίσουνε το δράμα τους,
Στήνοντας κει φωλιές αγροτικές,
Στ’ αλέτρι αμάθητοι,
Στο μόχτο ακούραστοι,
Στη θέρμη βουτηγμένοι,
Κι όσοι σε σένα μείναμε,
Φτωχή Καλαμαριά,
Μέσα στην κρύα λάσπη σου,
Μες στους βαρείς χειμώνες,
Στο χιόνι, στο Βαρδάρη, στη βροχή,
Καθημερινά για το Ντεπώ οδεύαμε,
Γυμνοί, φτωχοί και καταφρονεμένοι,
Δίχως ψωμί, χωρίς φωτιά,
Την πόρεψη να βρούμε της ζωής.
Κι’ αδράξαμε τη μοίρα θαρρετά,
Με τον ιδρώτα, τη δουλειά, τη μόρφωση,
Να στήσουμε της νιας ζωής ολάνθιστο το δέντρο.
Ήταν σκληρό τ’ ανήφορου τ’ ανέβασμα.
Ήταν πικρά τα χρόνια.
Όμως
Ήρθε καιρός ανθοφοράς κι’ ήρθε καιρός καρπίσιος.
Στα φτωχικά σπιτάκια σου,
Στις μορφογειτονιές σου,
Τούφες πυκνοπετάγονται ανθοί και δέντρα τώρα,
Που τις χαϊδεύει τρυφερά της θάλασσας τ’ αγέρι.
Στα σπλάχνα σου, σαν ρόδι, σκάει η ζωή,
Κι ο αγέρας σου χαρά μηνάει,
Κι η προκοπή σου ανθός μοσκοβολά.
Της προσφυγιάς πικρή γωνιά,
Μιας νιας ζωής ολάνθιστο εγίνηκες περβόλι,
Και σ’ αγαπούμε μες στον πόνο μας,
Και σε πονούμε στην ανάμνησή μας,
Φτωχή Καλαμαριά.

Λιανίδης Σίμος, «Καλαμαριά» στο Λιανίδης Σίμος, Ποιήματα, Αθήνα 1997, σελ. 44-46.

 

Διαβάστε για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Καλαμαριώτη δάσκαλου Σίμου Λιανίδη στο Pontos-news

 

Μια ευχάριστη έκπληξη για τους Καλαμαριώτες κρύβει το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο Πολύδωρος θυμάται…» του Πολύδωρου Δανιηλίδη. Ο συγγραφέας, ο οποίος κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς, υπήρξε μέλος του ΣΕΚΕ, έπειτα του ΚΚΕ, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και στον αντιδικτατορικό αγώνα. Αργότερα, τη δεκαετία του '60, διαφώνησε με το ΚΚΕ και εντάχθηκε στην ΟΜΛΕ.

Η έκπληξη, ωστόσο, που κρύβει το βιβλίο δεν έχει να κάνει με την πολιτική ιστορία. Ο Πολύδωρος γεννήθηκε το 1899 στο Κουρί. Όχι φυσικά στη σημερινή περιοχή Κουρί της Καλαμαριάς, αλλά στο «αυθεντικό» Κουρί της Μικράς Ασίας.

Γι’ αυτό το λόγο το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου το αφιερώνει τις αναμνήσεις του από το χωριό Κουρί, όπου διηγείται πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Το πιο συγκλονιστικό σημείο είναι όταν ιστορεί το τραγικό τέλος του ελληνικού χωριού. Ένα τέλος που μοιάζει βγαλμένο από αρχαία τραγωδία.

Το Κουρί, λοιπόν, σύμφωνα με το συγγραφέα, «ήταν ένα παραθαλάσσιο Ελληνοχώρι, στα χείλη του Αστακινου Κόλπου, κοντά στη Γιάλοβα, στην επαρχία της Νικομήδειας. Δύο χιλιάδες ψυχές ήταν οι κάτοικοι του όλοι Έλληνες … Απείχε 9 μίλια από την Πρίγκηπο και η Πρίγκηπος άλλα τόσα από την Πόλη. Στα νότια, στις 4-5 ώρες, ήταν το βουνό Αργοθόνιο, 100μ υψόμετρο, πολύ δασωμένο και ελεύθερο για ξύλευση και για ξυλοκάρβουνο. Το χρησιμοποιούσαν στις σόμπες και κυρίως στα μαγκάλια. Πολλοί τόνοι από αυτό πήγαιναν στην Πόλη

«…Καμιά δεκαριά Ελληνοχώρια ήταν σε κοντινή απόσταση από το Κουρί, χωρίς συνάφεια μεταξύ τους και χωρίς επιγαμίες. Το χωριό μιλούσε μόνο ελληνικά. Τουρκικά ήξεραν μόνον οι άντρες κι όχι όλοι. Το Δημοτικό Σχολείο ήταν μεικτό κι είχε μόνο Έλληνες μαθητές.»

«…Τα καΐκια του Κουριου, 45-50 συνολικά, ένας μικρός στόλος, έμοιαζαν με τα Βατικιώτικα ή τα Ναυπλιώτικα. Αρμένιζαν μόνο στη θάλασσα του Μαρμαρά. Κανείς δεν θυμάται ναυάγιο κουριώτικου καϊκιού.

Τα κουκούλια (μετάξι) ήταν το πρώτο εισόδημα γι’ αυτό και ήταν κατάφυτο από μουριές. Όλο το χωριό καταγινόταν με τα κουκούλια. Τα πουλούσαν στα Μουδανιά και στη Νίκαια, ανάλογα με τις τιμές που έβρισκαν, ή και στην Προύσα ακόμα. Το δεύτερο σε σημασία προϊόν ήταν τα πρώιμα καρπούζια που τα καβαλούσανε στην Πόλη και τα μοσχοπουλούσαν. Έφταναν και 50 τη μέρα, οι καϊκιές στην Πόλη.»

«…Το χωριό το διοικούσε αιρετό Κοινοτικό Συμβούλιο με επικεφαλής τον Πρόεδρο (τσορμπατζής στα τούρκικα). Αιρετή ήταν και η ενοριακή επιτροπή της εκκλησίας που φρόντιζε το σχολείο κάτω από την επίβλεψη του Πατριαρχείου. Μεγάλη ανεξαρτησία είχαν τα ελληνοχώρια αυτής της περιφέρειας και προπαντός το Κουρί …Αραιά και που πήγαιναν και Τούρκοι χωροφύλακες το χωριό. Όταν επενέβαιναν σε μικροκαυγαδάκια, συχνά τους αφοπλίζανε, τους δέρνανε και τους διώχνανε. Την άλλη μέρα τους πήγαινε τα όπλα ο Πρόεδρος και τα συμβιβάζανε με τις αρχές χωρίς συνέπειες.»

«…Οι Κουριώτες ήταν και σωματικά γεροί και ψυχωμένοι. Κυκλοφορούσε τότε ένα χαρακτηριστικό δίστιχο: «Αρετσιανοί με τα σπαθιά, Κουριώτες με τα ξύλα, εκάναν τους Αρετσιανους και πήραν τα μπαϊρια.» …Δεν είχαν αφήσει τίποτε όρθιο. Στο τέλος έκαψαν και το δικό τους χωριό και έφυγαν…»

Το γύρισμα του αιώνα έφερε τα πάνω-κάτω. Το τραγικό τέλος του μακραίωνου ελληνισμού της Μικράς Ασίας τότε φάνταζε αδύνατο, ήταν όμως κοντά.

«…Πολιτικές ιδέες το χωριό δεν είχε. Οι ζυμώσεις που γίνονταν στον ελλαδικό χώρο, έρχονταν σαν απόηχος. Απελευθερωτικές τάσεις υπήρχαν, όχι έντονες όμως. Εκείνο που επιδίωκαν όλο κι όλο ήταν να ζουν καλά. Το μόνο ιδεολογικό αναφτέρωμα ήταν ο αντίχτυπος από το κίνημα των Νεότουρκων. Στην αρχή ο κόσμος πίστεψε στους Νεότουρκους που κατέβηκαν με τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης, ισότητα, αδελφότητα κι ελευθερία. Γίνονταν διαδηλώσεις κατά του Χαμίτ. Σ’ αυτές παίρναμε μέρος κι εμείς τα παιδιά με όλο το σχολείο. Ύστερα, οι μέθοδες που χρησιμοποιούσαν οι Νεότουρκοι και τα γεγονότα που μεσολάβησαν απογοήτευσαν τον κόσμο. Όταν κρύωσε κι εκείνη η ορμή, οι Έλληνες έμειναν με τον παλιό αναιμικό εθνικισμό που διοχέτευε το Πατριαρχείο.

Το Κουρί ήταν το χωριό μου. Τώρα δεν υπάρχει πια. Γιατί με την οπισθοχώρηση του Ελληνικού Στρατού, οι χωριανοί μου, πριν πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς, του βάλανε φωτιά και το κάψανε μόνοι τους.»

 

Μιχάλης Αγραφιώτης

(πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Διέξοδος)

φωτογραφίες: Δημήτρης Καμπάς

 

history1

""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""

"""""""""""""""""""""""""""""""""

 

του Αλέξανδρου Ανδρεάδη

Αυτές τις δύσκολες μέρες χωρίς νερό θυμήθηκα και αναρωτήθηκα, πως αντιμετώπιζαν αυτήν την κατάσταση για χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες, οι πρόγονοί μου ως πρόσφυγες, όταν ήρθαν στην Καλαμαριά.
Παραθέτω τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου "Καλαμαριά μου αξέχαστη", όχι ως συγχωροχάρτι για τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης, αλλά ως φόρο τιμής στους παλιούς Καλαμαριώτες και ιδιαίτερα στις παλιές Καλαμαριώτισσες:

"... Νερό η Καλαμαριά δεν είχε. Κάθε σπίτι είχε μερικές στάμνες, κουκούμια και κουβάδες. Καθιερωμένο και ένα βαρέλι για κάθε σπίτι, μέσα στο οποίο μάζευαν το βροχόνερο. Το βροχόνερο ήταν για τις πλύσεις των ρούχων. Το άλλο ήταν για να πιούμε και να πλυθούμε. Τι μεγάλη διαδικασία οι πλύσεις; Σταχτόνερα, λουλάκια και καζάνια να βράζουν. Το νερό αυτό φρόντιζαν και το έφερναν στο σπίτι οι μανάδες από αποστάσεις.
Το κράτος έβαλε σε κάθε γειτονιά και μια δημόσια βρύση απ' όπου καθορισμένες ώρες έπαιρναν νερό τα νοικοκυριά. Στο γέμισμα κρατούσαν σειρά, για να προλάβουν όλοι. Πολύ συχνά όμως οι βρύσες δεν έτρεχαν. Τότε άρχιζε η αγωνία. Στο τάδε μέρος η βρύση τρέχει. Έτρεχαν όλες οι γυναίκες προς τα εκεί. Αλλά προτεραιότητα είχαν τα νοικοκυριά εκείνης της γειτονιάς. Τότε άρχιζαν και καυγάδες ανάμεσα στις πιο ζωηρές γυναίκες. Η τελευταία λύση, να πάνε στο Πάτ Πάτ. Εκεί υπήρχε μια μηχανή που τραβούσε νερό και πάντα υπήρχε. Αυτό το Πάτ Πάτ βρίσκεται περίπου στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Ιωάννης.
Πόσες φορές πήγε η άμοιρη μάνα μου στο Πάτ Πάτ για νερό και πόσες φορές την συνόδευα για να την βοηθήσω. Και ένα σκεύος επιπλέον νερό ήταν κέρδος...
... Άλλοι, από άλλη γειτονιά, δεν είχαν λόγο στη δική μας βρύση. Με πόση όμως τάξη και δικαιοσύνη κρατούσαμε τις σειρές μας και φροντίζαμε, στον χρόνο παροχής νερού, να πάρουν όλοι εξ ίσου. Τέτοια άσκηση στο πνεύμα της ισότητας, δεν έχω ξαναζήσει στην ζωή μου. Και όμως άφησε γερά τις ρίζες στην ψυχή του καθένα μας και στην έκφραση αλληλεγγύης, μεταξύ μας.
Η δική μας βρύση ήταν ακριβώς δίπλα στο δρόμο της σημερινής οδού Κομνηνών. Μάλιστα δεν ήταν απλώς μία βρύση με ένα προεξέχοντα σωλήνα παροχής, αλλά ήταν κτισμένη. Την έκτισε ο Χρήστος Τριπολίτης...
... Ταυτόχρονα με την δική μου γέννηση, είχε γεννήσει και η γυναίκα του, η Ελένη. Αλλά πάνω στην γέννα, η Ελένη πέθανε...
... Απαρηγόρητος ο Τριπολίτης για τον χαμό της αγαπημένης του Ελένης, έκτισε στην μνήμη της, την βρύση. Αστείο πράγμα τώρα. Μεγάλη υπόθεση τότε. Με κανένα τσουβάλι τσιμέντο, έγινε η λεκάνη της βρύσης και ο κορμός της εντειχίσθηκε με μια τσιμεντένια πλάτη. Στην πρόσοψη και πάνω από το μουσλούκι υπήρχαν τα γράμματα Ε.Χ.Τ. (Ελένη Χρήστου Τριπολίτου)...
... Αυτή η βρύση υπήρχε μέχρι την δεκαετία του 60, όπως υπήρχαν και οι περισσότερες από τις βρύσες της Καλαμαριάς. Μετά άρχισαν να εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη..."
-
Στη φωτογραφία η γιαγιά μου η Τόμνη (Δόμνα) Ανδρεάδου στην βρύση του Τριπολίτη

 

Την έκδοση ενός φωτογραφικού λευκώματος μέσα από το οποίο διαγράφεται η 90χρονη πορεία του Προσκοπισμού στην Καλαμαριά, θα παρουσιαστεί σε ειδική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί την  Δευτέρα 8 Μαΐου 2017 στις 7.30 το βράδυ στο δημοτικό Θέατρο «Μελίνα Μερκούρη». Το Λεύκωμα με τίτλο «Ο Προσκοπισμός στην Καλαμαριά: 90 χρόνια ιστορίας» έγινε σε συνεργασία του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού (Ι.Α.Π.Ε.) και του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων Καλαμαριάς και αποτελεί απόδοση τιμής στους αδικοχαμένους προσκόπους του Αϊδινίου, των Σωκίων και της Κάτω Παναγιάς.Στη εκδήλωση, το Λεύκωμα  θα παρουσιάσει ο Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΑΠΕ Ανανίας Τσιραμπίδης, ενώ η ιστορικός του Ι.Α.Π.Ε. Μαρία Καζαντζίδου θα αναφερθεί στα θύματα των προσκόπων της Μικρασιατικής καταστροφής. Την εκδήλωση θα πλαισιώσει η Χορωδία των παλαιών Προσκόπων και Οδηγών.Ιστορικά στοιχεία ίδρυσης Προσκοπισμού.

Με τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη άρχισαν να αναπτύσσονται ομάδες προσκόπων. Τόσο στις μεγάλες πόλεις όσο και στην ευρύτερη περιοχή αυτών, ο ενθουσιασμός και η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονταν οι προσκοπικές ομάδες ήταν πρωτοφανείς.  Η ραγδαία εξάπλωση του προσκοπισμού στις περιοχές αυτές οφείλεται στη δίψα των αλύτρωτων για συμμετοχή σε οτιδήποτε έφερε το ελληνικό και το θρησκευτικό στοιχείο αλλά κυρίως στην ύπαρξη οργανωμένων γυμναστικών συλλόγων σε όλες τις συνοικίες και τα προάστια της Πόλης.

Στη Μικρά Ασία ο προσκοπισμός αρχίζει να οργανώνεται λίγους μήνες πριν τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914 – 1918) και ιδιαίτερα με την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη το Μάιο του 1919. Η ίδρυση ομάδων πραγματοποιήθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, γεγονός που οφείλονταν στον ενθουσιασμό και στο αίσθημα ηθικού και εθνικού καθήκοντος που διακατείχε τους νέους της περιοχής.

Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στη Σμύρνη και στις γύρω κωμοπόλεις, λειτουργούσαν συνολικά 63 προσκοπικές ομάδες. Οι πρόσκοποι των ομάδων αυτών ασφαλώς και δεν έμειναν αμέτοχοι στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Στα Σώκια, σημαντική στην ανάπτυξη του προσκοπισμού υπήρξε η συμβολή του ιερέα  Δημήτρη Οικονόμου ο οποίος με τα πατριωτικά του κηρύγματα προέτρεπε τους νέους να ενταχθούν στον προσκοπισμό.  

Στην θρυλική πόλη Αϊδινίου στους πρώτους μήνες του 1919, μετά την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη λειτούργησαν τρεις προσκοπικές ομάδες και ιδρύθηκε επίσης Τοπικός Προσωπικός Σύνδεσμος από ευυπόληπτους πολίτες για ηθική στήριξη.
 
Τέλος, στην Κάτω Παναγιά το Μάιο του 1919, ιδρύθηκε προσκοπική ομάδα, αποτελούμενη από 42 παιδιά η οποία από την ίδρυση της παρουσίασε έντονη δραστηριότητα προκαλώντας αισθήματα περηφάνιας στους κατοίκους της περιοχής.  Οι πρόσκοποι ενθουσιώδεις και με καμάρι παρήλαυναν στην πόλη τραγουδώντας εθνικά τραγούδια, που ενδυνάμωναν τον πατριωτισμό των κατοίκων.

Our website is protected by DMC Firewall!