Η περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Καλαμαριά έχει μια πανάρχαια ιστορία. Η ζωή στην περιοχή αυτή άνθισε πριν ιδρυθεί η Θεσσαλονίκη από τον Κάσσανδρο, το 315 π.Χ.


Συγκεκριμένα στο ακρωτήριο του Δήμου Καλαμαριάς (το Καραμπουρνάκι), οι αρχαιολογικές ανασκαφές και έρευνες αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός προϊστορικού οικισμού.
Ο οικισμός αυτός γνώρισε μεγάλη ακμή τον 5ο π.Χ. αιώνα, αφού από τα ευρήματα αποδεικνύεται η επικοινωνία του με τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, την Αττική, την Ιωνία και τα νησιά του Αιγαίου.
Αντικρουόμενες είναι οι απόψεις των αρχαιολόγων σχετικά με το αν το Καραμπουρνάκι ταυτίζεται με την Αρχαία Θέρμη ή αν υπήρξε το επίνειο, το εμπορικό της λιμάνι.
Το τοπωνύμιο "Καλαμαριά" πρωτοεμφανίζεται το έτος 1083, σε έγγραφο της μονής Ξενοφώντος και αναφέρεται στη νοτιοανατολική περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Η ονομασία "Καλαμαριά" πιθανότητα προήλθε από παράφραση του όρου "Καλή μεριά" - ωραία μέρη, ωραίοι τόποι. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι σε πολλές αναφορές η Καλαμαριά περιγράφεται ως ο τόπος με την πλούσια βλάστηση, τους εύφορους αγρούς, την αφθονία καρπών, αμπελώνων και λουλουδιών.
Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομα είναι παράγωγο των λέξεων "Σκάλα - μεριά". "Σκάλα" ήταν ο Βυζαντινός ναύσταθμος, που υπήρχε στην περιοχή του Μικρού Εμβόλου και προστάτευε την είσοδο του Θερμαϊκού κόλπου από τις επιδρομές των Αράβων πειρατών, μέχρι τον 10ο αιώνα.
H πραγματική γεωγραφική περιοχή της Καλαμαριάς εκτείνονταν από τα σημερινά Νέα Μουδανιά έως τη Θέρμη, ενώ σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε «ναχιγιέ» ο οποίος περιελάμβανε χωριά όπως τα Βασιλικά, η Επανομή, ο Τρίλοφος αλλά και τα μουσουλμανικά χωριά όπως τα Σήμαντρα, του Ουζούν Αλή (Πλαγιάρι), Μεσημέρι, Ραιδεστός κ.τ.λ. .
Ανάμεσα στα έτη 904 και 1083, η διοικητική ρύθμιση των Βυζαντινών, ορίζει τη νοτιοανατολική περιοχή της Θεσσαλονίκης ως Βάνδον και αργότερα, το 1300, ως Καπετανίκειον Καλαμαριάς.
Για το λόγο αυτό η Κασσανδρειώτικη Πύλη που οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χαλκιδική, μετονομάζεται σε Πύλη της Καλαμαριάς, ονομασία που διατηρεί ως τις αρχές του 20ου αιώνα.
Στα εκτεταμένα όρια του Καπετανικείου, εκτός από τη γεωργική παραγωγή, ακμάζουν επίσης τα μοναστήρια και τα δεκατρία ονομαστά Μετόχια.
Η περιοχή της σημερινής Καλαμαριάς παραμένει σχεδόν ακατοίκητη μέχρι το 1920. Οι πρώτοι που θα εγκατασταθούν στον τόπο είναι Έλληνες πρόσφυγες που έρχονται το 1920 από τον Καύκασο και την Γεωργία.


Η εκτεταμένη όμως εγκατάσταση είναι αυτή των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής το 1922 και της Ανταλλαγής των Πληθυσμών μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, το 1923.
Η τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής δικαιολογημένα θεωρείται από τους ιστορικούς σαν η μεγαλύτερη καταστροφή για τον Ελληνισμό, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Πάνω από 1.000.000 Έλληνες πρόσφυγες έφυγαν από την Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατ. Θράκη για να έρθουν στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1928, το 1/4 των προσφύγων (κυρίως αστοί) εγκαταστάθηκαν στη Νότια Ελλάδα και τα 3/4 (κυρίως αγρότες) στη Βόρεια Ελλάδα.
Από αυτούς υπολογίζεται ότι 80.000 - 100.000 εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη - που δίκαια ο Γιώργος Ιωάννου την αποκαλεί "Πρωτεύουσα των προσφύγων" - και το μεγαλύτερο μέρος τους στην Καλαμαριά που γίνεται ο πολυπληθέστερος προσφυγικός συνοικισμός, μια πραγματική προσφυγομάνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μακεδονία είχε μόλις πριν 10 χρόνια απελευθερωθεί ύστερα από 400 σχεδόν χρόνια Οθωμανικής κατοχής.


Οι πρόσφυγες της Καλαμαριάς, με επικρατέστερο το Ποντιακό στοιχείο, είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, τις στερήσεις, την ανεργία αλλά και τις αρρώστιες - κυρίως ελονοσία - που μαζί με τις κακουχίες τους θέριζαν. Η δυσκολία της προσαρμογής στην καινούργια πατρίδα μεγάλη. Αλλά ακόμη μεγαλύτερο το πείσμα τους, η δύναμη και το πάθος για ένα καινούργιο ξεκίνημα, μια νέα ζωή.
Μετά τη διανομή τον πρώτο καιρό σε σκηνές και σε θαλάμους, από το 1926 και ύστερα ξεκινά η διανομή των οικοπέδων και η κατασκευή των πρώτων σπιτιών, τα περισσότερα παράγκες στην αρχή, με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων και της Κοινωνικής Πρόνοιας.
Οργανώνουν (κυρίως οι Πόντιοι) σωματεία και συλλόγους για να διατηρήσουν ακμαίο το ηθικό τους και να διαφυλάξουν τα ιερά και τα όσια από τις αλησμόνητες πατρίδες τους.
Ανάμεσά τους επανιδρύουν το αρχαιότερο Ελληνικό - Ποντιακό σωματείο που είχε ιδρυθεί το 1869 στην Τραπεζούντα, την "Αδελφότητα Κρωμναίων" αλλά και (το 1925) τον μουσικογυμναστικό σύλλογο "Απόλλων".
Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής του 1941-44, η Καλαμαριά πληρώνει το δικό της φόρο αίματος. Καθώς ο συνοικισμός γειτνιάζει με τον στρατιωτικό στόχο του αεροδρομίου της Μίκρας, δέχεται συχνούς βομβαρδισμούς. Οι Καλαμαριώτες πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, πληρώνοντας τη συμμετοχή τους με 29 θύματα στον "μπλόκο της Καλαμαριάς", την 13η Αυγούστου 1944.


Τα επόμενα χρόνια ο δήμος παρουσιάζει συνεχώς πληθυσμιακή αύξηση και είναι εδώ και χρόνια ο δεύτερος σε πληθυσμό δήμος του πολεοδομικού συγκροτήματος. Την 1η Ιανουαρίου 1943 η Καλαμαριά αποκτά διοικητική αυτονομία και γίνεται δήμος, καλύπτοντας έκταση 7.200 στρεμμάτων.
Τα δύο τρίτα της Καλαμαριάς είναι παραθαλάσσια, με συνολική ακτογραμμή περίπου 6,5 χιλιόμετρα.


Ο Δήμος χωρίζεται σε 14 γεωγραφικές ενότητες (συνοικίες), στις οποίες δόθηκαν κυρίως ονομασίες των πατρίδων των προσφύγων - πρώτων κατοίκων της Καλαμαριάς:


• Νέα Κρήνη
• Νέα Τραπεζούντα
• Καραμπουρνάκι
• Νέα Αρετσού
• Άγιος Ιωάννης
• Άνω Βυζάντιο
• Άγιος Παντελεήμων
• Βότση
• Φοίνικας
• Κατιρλί
• Κηφισιά
• Κουρί
• Δέρκων
• Μίκρα


Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης το 2011, ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ο Δήμος Καλαμαριάς έχει 91.518 κατοίκους. Είναι έτσι ο δεύτερος σε πληθυσμό δήμος της Μακεδονίας και ο ένατος στην χώρα. Ο πληθυσμός παρουσιάζει ακόμα σημαντική τάση αύξησης (περίπου 8% σε σχέση με το 1991).

Our website is protected by DMC Firewall!