"Η δική μας παράγκα ήταν η καλύτερη στην Καλαμαριά. Ήταν, σαν να λέμε, παράγκα πολυτελείας. Στέγαζε προηγούμενα τα γραφεία της Πρόνοιας και ήταν η μοναδική παράγκα στην Καλαμαριά που είχε κεραμίδια. Όλες οι άλλες είχαν λαμαρίνες σκουριασμένες και στερεωμένες με πέτρες, για να μη τις ξεκολλήσει και τις πάρει ο Βαρδάρης.

Όποιος έμπαινε στην παράγκα μας, υποχρεωτικά έπρεπε, από σεβασμό, να κάμει υπόκλιση. Όποιος ξεχνούσε να κάμει υπόκλιση τιμωριώταν αμέσως και επι τόπου. Το ταβάνι εισόδου είχε 1,60 μέτρα ύψος από το έδαφος και στηριζόταν σε ένα χοντρό δοκάρι. Όποιος λοιπόν δεν έσκυβε, το δοκάρι καραδοκούσε. Κτυπούσε εκεί στο κεφάλι και ο πόνος ήταν αρκετός. Δυο φορές ήρθαν κάποιοι φορτσάτοι. Αυτοί έκατσαν κάτω και τους φέραμε νερό να πιουν, για να συνέλθουν.

Μπροστά έμενε η οικογένεια του Στεφανίδη του Κτενά, με την γυναίκα του, την Ψυλλάβα την Ελένη. Ήσαν κτενάδες από τον Πόντο και την τέχνη αυτή συνέχιζαν στην Καλαμαριά. Έπαιρναν κέρατα αγελάδας και με μια σειρά εργασιών, με πρωτόγονα εργαλεία, τα μετέτρεπαν σε καλλιτεχνικότατα κτένια. Ήταν απόλαυση να παρακολουθεί κανείς τη σειρά των εργασιών τους.

Με την απελευθέρωση, μόλις εμφανίστηκαν οι γιαπωνέζικες τσατσάρες, έσβησε και το επάγγελμά τους."

Από το βιβλίο, «Καλαμαριά μου αξέχαστη» του Γεώργιου Ανδρεάδη, εκδόσεις Κυριακίδη, 1994.

Our website is protected by DMC Firewall!