του Κωνσταντίνου Γιώγλου


«Έτος Τσιτσάνη» φέτος, αφού συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση και 31 από το θάνατο του σπουδαίου λαϊκού δημιουργού. Ταξιδεύοντας λοιπόν νοερά στα παλιά, θυμάμαι πως θα ήταν γύρω στα 1960-1961… Στο Καραμπουρνάκι υπήρχε ένα νυχτερινό κέντρο. Το περιβόητο «Καλαμάκι». Ήτανε στη γειτονιά μου. Εγώ μ’ ένα φίλο μου (παλικαράκια δεκαεφτάρικα τότε), πήραμε την βάρκα του πατέρα μου και πήγαμε για πυροφάνι, κάτω απ’το «Καλαμάκι».
Ακούγαμε μια όμορφη – απόκοσμη, μπορώ να πω- μουσική, να έρχεται μέσα από τις καλαμιές του κέντρου. Οι φωτεινές επιγραφές έγραφαν, με μεγάλα γράμματα: ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ-ΓΚΡΕΥ…
-Πάμε να δούμε;
-Πάμε…
Τραβήξαμε τη βάρκα στην αμμουδιά και μπήκαμε, σιγά, διστακτικά , απ’την είσοδο…
Εκείνη την ώρα, θα’τανε 2 ή 3 τα μεσανυχτοχαράματα, τραγουδούσε κάποιος άλλος με μια κιθάρα… Πιθανόν ο Αντώνης Ρεπάνης…
Σταθήκαμε διστακτικά στην άκρη του φράχτη…
Και «ώ του θαύματος!!!» Ο Τσιτσάνης καθόταν λίγο πιο μπροστά, σ’ ένα τραπεζάκι. Πάνω στο τραπέζι, υπήρχε ένα πακέτο «Άσσος φίλτρο» και ένα ποτήρι νερό. Κάπνιζε και ο καπνός απ’το τσιγάρο, σχημάτιζε ένα γκριζογάλαζο σύννεφο γύρω απ’το πρόσωπό του, που στην παιδική μας φαντασία φαινόταν σαν φωτοστέφανο.
Κάποια στιγμή μας αντιλήφθηκε ένα γκαρσόνι, και με άγριες διαθέσεις μας πλησίασε λέγοντας: «Ε!!! εσείς!!! Πάρτε δρόμο!!!»
Για να μην αδικούμε και το γκαρσόνι, ήμασταν πράγματι, με όχι αξιοπρεπή εμφάνιση. Παντελόνια διπλωμένα ως τα γόνατα, βρεγμένοι και ταλαιπωρημένοι… Πήγαμε να φύγουμε…
Τότε σηκώθηκε ο Τσιτσάνης και με γλυκά επιτακτικό ύφος, είπε στο γκαρσόνι:
«Σι παρακαλώ… Άσε τα πιδιά να καθίσουν…»
και αποτεινόμενος σε μας: «Έι πιδιά… καθίστε εκεί στην άκρη, στο τραπιζάκι».
Και μετά πάλι στο γκαρσόνι: «Φέρε στα πιδιά αναψυκτικά…»
Καθίσαμε.
Σε καμιά ώρα σηκώθηκε, πήγε στο πάλκο και σε λίγο πήγε και μια όμορφη μελαχρινή κοπέλα. Ήταν η Καίτη Γκρέυ…
Ο Τσιτσάνης πήρε το μπουζούκι του και ρώτησε τον κόσμο:
«Τι να σας πούμε τώρα; Την “Συννεφιασμένη Κυριακή” ή το “Το’πες και το’κανες”;» (επιτυχία της εποχής, του Στέλιου Μακριδάκη και του Δημήτρη Γκούτη).
Όλοι ή οι περισσότεροι απάντησαν από κάτω: «Το’πες και το’κανες!!!»
Εμείς, επειδή πληρώναμε και είχαμε άποψη, φωνάξαμε: «Συννεφιασμένη Κυριακή – Συννεφιασμένη Κυριακή!»
Το γκαρσόνι μας κοίταξε άγρια: «Εσείς γιατί φωνάξατε ρε;»
Κι εμείς με περίσσιο θράσος: «Ο κύριος Τσιτσάνης μας έβαλε εδώ, κι αν θες να ξέρεις η “Κυριακή” είναι καλύτερο τραγούδι»…
Τα τόσα χρόνια που πέρασαν, απέδειξαν του λόγου μας το δίκαιον….

Φωτογραφία: Ο Βασίλης Τσιτσάνης με την Καίτη Γκρέυ, τραγουδώντας την «Συννεφιασμένη Κυριακή» στην ταινία του Ερρίκου Θαλασσινού «Ορφανή σε ξένα χέρια» (1962)

Αναδημοσίευση από τον ανοιξιάτικο  "Πολίτη Κ"

Our website is protected by DMC Firewall!