Μια ευχάριστη έκπληξη για τους Καλαμαριώτες κρύβει το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο Πολύδωρος θυμάται…» του Πολύδωρου Δανιηλίδη. Ο συγγραφέας κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς. Μέλος του ΣΕΚΕ, έπειτα του ΚΚΕ, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και στον αντιδικτατορικό αγώνα. Ανήκε στην ομάδα που το 1960 διαφώνησε με το ΚΚΕ και εντάχθηκε στην ΟΜΛΕ.


Ο Πολύδωρος γεννήθηκε το 1899 στο Κουρί. Όχι φυσικά στη σημερινή περιοχή Κουρί της Καλαμαριάς, αλλά στο «αυθεντικό» Κουρί της Μικράς Ασίας. Γι’ αυτό το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ξεκινά με τις αναμνήσεις του από το χωριό Κουρί, όπου διηγείται πολλά ενδιαφέροντα πράγματα, όπως επίσης αναφέρει το τραγικό τέλος του ελληνικού χωριού. Ένα τέλος που μοιάζει να βγήκε από αρχαία τραγωδία.
Το Κουρί, λοιπόν, «ήταν ένα παραθαλάσσιο Ελληνοχώρι, στα χείλη του Αστακινου Κόλπου, κοντά στη Γιάλοβα, στην επαρχία της Νικομήδειας. Δύο χιλιάδες ψυχές ήταν οι κάτοικοι του όλοι Έλληνες … Απείχε 9 μίλια από την Πρίγκηπο και η Πρίγκηπος άλλα τόσα από την Πόλη. Στα νότια, στις 4-5 ώρες, ήταν το βουνόΑργοθόνιο,100μ υψόμετρο,πολύ δασωμένο και ελεύθερο για ξύλευση και για ξυλοκάρβουνο. Το χρησιμοποιούσαν στις σόμπες και κυρίως στα μαγκάλια. Πολλοί τόνοι από αυτό πήγαιναν στην Πόλη.»
«…Καμιά δεκαριά Ελληνοχώρια ήταν σε κοντινή απόσταση από το Κουρί,χωρίςσυνάφειαμεταξύτους και χωρίς επιγαμίες.Το χωριό μιλούσε μόνο ελληνικά. Τουρκικά ήξεραν μόνον οι άντρες κι όχι όλοι. Το Δημοτικό Σχολείο ήταν μεικτό κι είχε μόνο Έλληνες μαθητές.»
«…Τα καΐκια τουΚουριου, 45-50 συνολικά, ένας μικρός στόλος,έμοιαζαν με τα Βατικιώτικα ή τα Ναυπλιώτικα. Αρμένιζαν μόνο στη θάλασσα του Μαρμαρά. Κανείς δεν θυμάται ναυάγιοκουριώτικουκαϊκιού.
Τα κουκούλια (μετάξι) ήταν το πρώτο εισόδημα γι’ αυτό και ήταν κατάφυτο από μουριές. Όλο το χωριό καταγινόταν με τα κουκούλια. Τα πουλούσαν στα Μουδανιά και στη Νίκαια, ανάλογα με τις τιμές που έβρισκαν, ή και στην Προύσα ακόμα. Το δεύτερο σε σημασία προϊόν ήταν τα πρώιμα καρπούζια που τα καβαλούσανε στην Πόλη και τα μοσχοπουλούσαν. Έφταναν και 50 τη μέρα, οι καϊκιές στην Πόλη.»
«…Το χωριό το διοικούσε αιρετό ΚοινοτικόΣυμβούλιο με επικεφαλής τον Πρόεδρο (τσορμπατζής στα τούρκικα). Αιρετή ήταν και η ενοριακή επιτροπή της εκκλησίας που φρόντιζε το σχολείο κάτω από την επίβλεψη τουΠατριαρχείου. Μεγάλη ανεξαρτησία είχαν τα ελληνοχώριααυτής της περιφέρειας και προπαντός το Κουρί…Αραιά και που πήγαιναν καιΤούρκοιχωροφύλακες το χωριό. Όταν επενέβαιναν σε μικροκαυγαδάκια, συχνά τους αφοπλίζανε, τους δέρνανε και τους διώχνανε. Την άλλη μέρα τους πήγαινε τα όπλα ο Πρόεδρος και τα συμβιβάζανε με τις αρχές χωρίς συνέπειες.»
«…Οι Κουριώτες ήταν και σωματικά γεροί και ψυχωμένοι. Κυκλοφορούσετότε ένα χαρακτηριστικό δίστιχο:«Αρετσιανοί με τα σπαθιά,Κουριώτες με τα ξύλα,εκάναντους Αρετσιανους και πήραν τα μπαϊρια.»…Δεν είχαν αφήσει τίποτε όρθιο. Στο τέλος έκαψαν και το δικό τους χωριό και έφυγαν…»
Το γύρισμα του αιώνα έφερε τα πάνω-κάτω. Το τραγικό τέλος τουμακραίωνου ελληνισμού της Μικράς Ασίας φαινόταν απίστευτο, όμως ήταν κοντά.
«…Πολιτικές ιδέες το χωριό δεν είχε. Οι ζυμώσεις που γίνονταν στον ελλαδικό χώρο, έρχονταν σαν απόηχος. Απελευθερωτικές τάσεις υπήρχαν, όχι έντονες όμως. Εκείνο που επιδίωκαν όλο κι όλο ήταν να ζουν καλά. Το μόνο ιδεολογικό αναφτέρωμα ήταν ο αντίχτυπος από το κίνημα των Νεότουρκων. Στην αρχή ο κόσμος πίστεψε στους Νεότουρκους που κατέβηκαν με τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης, ισότητα, αδελφότητα κι ελευθερία. Γίνονταν διαδηλώσεις κατά του Χαμίτ. Σ’ αυτές παίρναμε μέρος κι εμείς τα παιδιά με όλο το σχολείο. Ύστερα, οι μέθοδες που χρησιμοποιούσαν οι Νεότουρκοι και τα γεγονότα που μεσολάβησαν απογοήτευσαν τον κόσμο. Όταν κρύωσε κι εκείνη η ορμή, οι Έλληνες έμειναν με τον παλιό αναιμικό εθνικισμό που διοχέτευε το Πατριαρχείο.
Το Κουρί ήταν το χωριό μου. Τώρα δεν υπάρχει πια. Γιατί με την οπισθοχώρηση τουΕλληνικούΣτρατού, οι χωριανοί μου, πριν πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς, του βάλανε φωτιά και το κάψανε μόνοι τους.»


Μιχάλης Αγραφιώτης

Our website is protected by DMC Firewall!